Κάποιος σε ρωτάει πώς είσαι kαι πριν καν σκεφτείς την απάντηση, η φράση βγαίνει μόνη της. "Είμαι καλά." Δεν είναι ψέμα, δεν είναι αλήθεια. Είναι αντανακλαστικό. Μαθαίνουμε πολύ νωρίς ότι η σωστή απάντηση στο "πώς είσαι" είναι "καλά" ή "μια χαρά", ή "δεν παραπονιέμαι". Κανείς δεν μας το είπε ρητά, αλλά το μάθαμε. Από το πως αντιδρούσαν οι άλλοι όταν απαντούσαμε αλλιώς. Από το βλέμμα αμηχανίας όταν ήμασταν ειλικρινείς, από το ότι η πραγματική απάντηση πήρε πολύ χρόνο και ο άλλος δεν είχε χρόνο. Οπότε σιγά σιγά αρχίσαμε να συντομεύουμε και μετά να αυτοματοποιούμε.
Το "είμαι καλά" δεν είναι πάντα κακό. Δεν χρειάζεται κάθε φορά που κάποιος σε ρωτάει να ανοίξεις μια βαθιά συζήτηση. Δεν είναι υποκρισία να μην μοιράζεσαι τα πάντα με τον καθένα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν λες "είμαι καλά" και στον εαυτό σου. Όταν σταματάς να ελέγχεις πραγματικά πώς είσαι. Όταν η φράση γίνεται τρόπος να αποφύγεις αυτό που νιώθεις, όχι απλώς τρόπος να συντομεύσεις μια συζήτηση.
Υπάρχει κάτι βαθύτερο από αυτό. Πολλοί από εμάς δεν λέμε "είμαι καλά" επειδή φοβόμαστε τι θα σκεφτεί ο άλλος. Φοβόμαστε ότι αν πούμε την αλήθεια θα φανούμε αδύναμοι. Ότι θα επιβαρύνουμε. Ότι θα χάσουμε τον έλεγχο της εικόνας που έχουμε χτίσει και έτσι κρατάμε τα πάντα μέσα μας και συνεχίζουμε να λέμε "είμαι καλά" μέχρι που κάποια στιγμή δεν μπορούμε πια.
Δεν χρειάζεται να λες τα πάντα σε όλους, αλλά χρειάζεται να ξέρεις εσύ πώς είσαι, να έχεις έναν άνθρωπο ή έστω έναν χώρο, όπου το "είμαι καλά" δεν είναι η μόνη επιλογή. Γιατί τα πράγματα που δεν λέγονται δεν εξαφανίζονται. Απλώς βρίσκουν άλλους τρόπους να βγουν.