Οι Millennials μεγάλωσαν με μια υπόσχεση.
Ότι αν δουλέψουν αρκετά, αν σπουδάσουν, αν προσπαθήσουν περισσότερο από τους άλλους και αν είναι συνεχώς παραγωγικοί, τότε κάποια στιγμή θα ανταμειφθούν. Θα έχουν σταθερή δουλειά, οικονομική ασφάλεια και μια “σωστή” ζωή.
Πολλοί το πίστεψαν πραγματικά.
Η γενιά των Millennials (όσοι γεννήθηκαν περίπου από το 1981 έως το 1996) μεγάλωσε σε μια περίοδο όπου η επιτυχία παρουσιαζόταν σαν αποτέλεσμα ατομικής προσπάθειας. «Αν το θέλεις αρκετά, θα τα καταφέρεις». Αυτό το αφήγημα πέρασε από γονείς, σχολεία, πανεπιστήμια και εταιρική κουλτούρα. Μόνο που η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σκληρή.
Οι Millennials μπήκαν στην ενήλικη ζωή την εποχή της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας και της εργασιακής ανασφάλειας. Πολλοί τελείωσαν σπουδές και βρέθηκαν σε κακοπληρωμένες δουλειές, απλήρωτες πρακτικές ή εξαντλητικά ωράρια χωρίς προοπτική. Ταυτόχρονα, έβλεπαν παντού το ίδιο μήνυμα: δούλεψε περισσότερο. Γίνε καλύτερος. Μην σταματάς.
Κάπως έτσι γεννήθηκε μια γενιά ανθρώπων που έμαθε να συνδέει την προσωπική της αξία με την παραγωγικότητα.
Το burnout δεν είναι απλή κούραση. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας το αναγνωρίζει ως σύνδρομο που σχετίζεται με χρόνιο εργασιακό στρες το οποίο δεν έχει διαχειριστεί σωστά. Περιλαμβάνει συναισθηματική εξάντληση, αποστασιοποίηση από τη δουλειά και αίσθηση μειωμένης αποτελεσματικότητας. Και για πολλούς Millennials, αυτή η κατάσταση έγινε σχεδόν μόνιμη.
Η κουλτούρα της δεκαετίας του 2010 ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή τη νοοτροπία. Τα social media γέμισαν με “hustle culture”, ανθρώπους που ξυπνούσαν στις 5 το πρωί, δούλευαν ασταμάτητα και παρουσίαζαν την εξουθένωση σαν κάτι αξιοθαύμαστο. Η ξεκούραση άρχισε να μοιάζει με τεμπελιά. Το να είσαι συνεχώς απασχολημένος έγινε status symbol.
Πολλοί Millennials δεν έμαθαν ποτέ να ξεκουράζονται χωρίς ενοχές.
Ακόμα και στον ελεύθερο χρόνο τους ένιωθαν ότι πρέπει να “βελτιώνονται”: νέα skills, δεύτερες δουλειές, online courses, side hustles, networking. Η ζωή μετατράπηκε σε ατελείωτη λίστα στόχων. Και το χειρότερο; Ακόμη κι όταν πετύχαιναν κάτι, η ικανοποίηση κρατούσε λίγο. Γιατί αμέσως εμφανιζόταν ο επόμενος στόχος.
Παράλληλα, η τεχνολογία διέλυσε τα όρια ανάμεσα στη δουλειά και την προσωπική ζωή. Emails τα μεσάνυχτα, μηνύματα από εργοδότες εκτός ωραρίου, συνεχής διαθεσιμότητα. Οι Millennials ήταν η πρώτη γενιά που έζησε μαζικά αυτή τη μετάβαση. Δεν έκλειναν πραγματικά ποτέ από τη δουλειά.
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο πίσω από το burnout αυτής της γενιάς: η απογοήτευση.
Πολλοί Millennials έκαναν “ό,τι έπρεπε” και παρ’ όλα αυτά δεν απέκτησαν όσα τους είχαν υποσχεθεί. Δούλεψαν σκληρά αλλά δυσκολεύονται να αγοράσουν σπίτι. Έχουν πτυχία αλλά όχι σταθερότητα. Είναι μορφωμένοι αλλά εξαντλημένοι. Και αυτό δημιουργεί ένα αίσθημα μόνιμης ματαίωσης.
Ίσως γι’ αυτό βλέπουμε σήμερα όλο και περισσότερους Millennials να επαναπροσδιορίζουν τι σημαίνει επιτυχία. Κάποιοι εγκαταλείπουν εξαντλητικές καριέρες. Άλλοι βάζουν όρια στη δουλειά για πρώτη φορά. Άλλοι συνειδητοποιούν ότι η συνεχής παραγωγικότητα δεν είναι ταυτότητα αλλά μηχανισμός επιβίωσης που κάποτε έγινε αυτοκαταστροφικός.
Το πιο τραγικό με το burnout είναι ότι συχνά δεν φαίνεται απ’ έξω. Ένας άνθρωπος μπορεί να συνεχίζει να δουλεύει, να χαμογελά, να ανεβάζει stories, να βγαίνει έξω και μέσα του να νιώθει εντελώς άδειος.
Οι Millennials έγιναν η γενιά που έμαθε να λειτουργεί κουρασμένη. Να συνεχίζει ακόμη κι όταν δεν αντέχει. Να θεωρεί φυσιολογική την εξάντληση.
Και ίσως το πιο επαναστατικό πράγμα που μπορεί να κάνει σήμερα ένας Millennial δεν είναι να δουλέψει περισσότερο.
Ίσως είναι να σταματήσει να πιστεύει ότι αξίζει μόνο όταν παράγει.